Καλώς ήρθατε στον Σύλλογο Οικονομολόγων Λογιστών Νομού Θεσσαλονίκης

Σκοπός του Συλλόγου είναι η συσπείρωση των συναδέλφων με στόχο την κατοχύρωση, προαγωγή και προστασία των οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων τους, η ανάπτυξη πνεύματος συναδελφικής αλληλεγγύης και αμοιβαίας υποστήριξης, ο καθορισμός κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας και συμπεριφοράς, η ανύψωση του κύρους των οικονομολόγων – λογιστών - φοροτεχνικών καθώς και η επιμόρφωσή τους.

Εδώ θα βρείτε χρήσιμες πληροφορίες που αφορούν το επάγγελμα μας και θα ενημερώνεστε για όλες τις δραστηριότητες και ενέργειες του Συλλόγου.

Επικοινωνία
Σύλλογος Οικονομολόγων Λογιστών Νομού Θεσσαλονίκης
Ιερώνυμος: Να φύγει ο εγωϊσμός- Χρειαζόμαστε κυβέρνηση Λίγες ώρες πριν από τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος... κ.κ. Ιερώνυμος, έστειλε μιλώντας στην τηλεόραση της ΝΕΤ το μήνυμα του για σταθερότητα στη χώρα.
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:59
Ιερώνυμος: Να φύγει ο εγωϊσμός- Χρειαζόμαστε κυβέρνηση
Λίγες ώρες πριν από τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος...
κ.κ. Ιερώνυμος, έστειλε μιλώντας στην τηλεόραση της ΝΕΤ το μήνυμα του για σταθερότητα στη χώρα.
«Τη Δευτέρα πρέπει να έχουμε κυβέρνηση και να φύγει ο εγωισμός», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιερώνυμος: Να φύγει ο εγωϊσμός- Χρειαζόμαστε κυβέρνηση
Λίγες ώρες πριν από τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος...  
   κ.κ. Ιερώνυμος, έστειλε μιλώντας στην τηλεόραση της ΝΕΤ το μήνυμα του για σταθερότητα στη χώρα. 
«Τη Δευτέρα πρέπει να έχουμε κυβέρνηση και να φύγει ο εγωισμός», ανέφερε χαρακτηριστικά. 
 
Ερωτήματα για την πορεία της ΟΝΕ
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:50

 

Ερωτήματα για την πορεία της ΟΝΕ
Η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, η οποία ανέκυψε αρχικά στην Ελλάδα και στη συνέχεια εμφανίστηκε και σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ πλήττοντας τη λειτουργία της ίδιας της ευρωζώνης, είναι συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης η οποία εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ το 2007 και επιδεινώθηκε ραγδαία το φθινόπωρο του 2008, με την κατάρρευση της Lehman Brothersγια να μετατραπεί σε παγκόσμια οικονομική κρίση και να προκαλέσει τη μεγαλύτερη ύφεση από το 1929.
Η παγκόσμια κρίση αποδυνάμωσε τις περισσότερες χώρες, αλλά έπληξε ιδιαίτερα τις οικονομίες με σοβαρές εξωτερικές και εσωτερικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες.
Αυτό επισημαίνεται, μεταξύ των άλλων σε ανάλυση που περιλαμβάνεται στο Οικονομικό Δελτίο της Τραπέζης της Ελλάδος στην οποία εξετάζεται η βιωσιμότητα της οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και οι προοπτικές της περιφέρειας. Ο Ειδικός σύμβουλος της Τράπεζας της Ελλάδος και πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Θ. Παπασπύρου, μεταξύ των άλλων, αναλύει τις επιπτώσεις που έχει στην ΟΝΕ η κρίση του δημοσίου χρέους, τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες της ΟΝΕ και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα που σχετίζονται με την ευρωζώνη.
Στη μελέτη υπογραμμίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η κρίση στην περιφέρεια της ζώνης του ευρώ εξελίχθηκε γρήγορα σε συστημικό πρόβλημα της ίδιας της ευρωζώνης, καθιστώντας αναγκαίες πρωτοβουλίες και δράσεις, τόσο σε επίπεδο Ε.Ε. όσο και σε εθνικό επίπεδο, για την αντιμετώπισή της. Ο λόγος για την εξάπλωση της αβεβαιότητας από την κρίση χρέους είναι η εδραίωση της άποψης ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ αντανακλούν μη βιώσιμες καταστάσεις και σε άλλες οικονομίες στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς η αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης από τις κυβερνήσεις είχε αποτέλεσμα τη μετατόπιση του βάρους της κρίσης από το χρηματοπιστωτικό στο δημόσιο τομέα σε ένα περιβάλλον σημαντικά μειωμένων, ή και αρνητικών, ρυθμών ανάπτυξης και χαμηλότερων φορολογικών εσόδων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, υποστηρίζει ότι, η όξυνση της κρίσης του δημόσιου χρέους υπήρξε η αφετηρία των προβλημάτων στο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η μεγάλη πρόκληση
Επιπλέον, ορισμένοι αναλυτές είδαν την κρίση χρέους ως ένδειξη βασικών προβλημάτων στη λειτουργία της ΟΝΕ, τα οποία, έχοντας συσσωρευτεί επί σειρά ετών, αναδύθηκαν στην επιφάνεια οξυμμένα, λόγω της παγκόσμιας κρίσης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το ελληνικό πρόβλημα απλώς επιτάχυνε εξελίξεις οι οποίες ήταν προδιαγεγραμμένο να συμβούν. Η εστίαση των συζητήσεων στην κρίση του δημόσιου χρέους, στους μηχανισμούς στήριξης και σε συναφή θέματα δεν θα πρέπει να αποκρύψει το γεγονός ότι η μεγάλη πρόκληση για την ΟΝΕ δεν είναι η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων και των χρεών, αλλά η οικονομική προσαρμογή. Ακόμη και το πλέον προηγμένο και ισχυρό χρηματοδοτικό σχήμα δεν μπορεί να σώσει την ΟΝΕ, εάν δεν υπάρξει ένα αποτελεσματικό μοντέλο οικονομικής προσαρμογής ικανό να λειτουργήσει αρκετά ομαλά, ώστε να δημιουργήσει ανάπτυξη και απασχόληση και να απορροφά τα εξωτερικά ελλείμματα και πλεονάσματα χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις. Ακόμη και μία δημοσιονομική ένωση (fiscal union), μολονότι θα αποτελούσε σημαντική πρόοδο προς την οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης σε σύγκριση με την παρούσα κατάσταση, δεν θα αρκούσε για να κάνει το παρόν σύστημα λειτουργικό. Κανένα σύστημα δεν είναι βιώσιμο, εάν εξαρτάται μόνιμα από μηχανισμούς οικονομικής στήριξης, τουλάχιστον σε μεγάλη έκταση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της οικονομικής προσαρμογής είχε σε ένα βαθμό παραμεληθεί την πρώτη δεκαετία της ΟΝΕ, πιθανόν διότι είχε «παραμεληθεί» από την ίδια τη συνθήκη του Μάαστριχτ! Αν και ο βαθμός πραγματικής σύγκλισης, η κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής και η ικανότητα προσαρμογής των οικονομιών υπήρξαν στη βάση της θεωρίας των «άριστων νομισματικών περιοχών» ―η οποία κατά πολλούς υπήρξε το θεωρητικό υπόβαθρο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης― τα κριτήρια σύγκλισης για ένταξη στην ΟΝΕ επικεντρώθηκαν, κυρίως, σε ονομαστικούς δείκτες, όπως είναι ο πληθωρισμός, τα επιτόκια, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα δημόσια οικονομικά, και πολύ λιγότερο στην ικανότητα προσαρμογής των οικονομιών. Διάφορες ερμηνείες έχουν δοθεί για την επιλογή αυτή, όπως π.χ. ότι επελέγη να δοθεί προτεραιότητα στη νομισματική σταθερότητα και στην ευρωστία των δημόσιων οικονομικών, και ότι υπήρχε η προσδοκία ότι η πραγματική σύγκλιση θα επέλθει σταδιακά υπό την πίεση των γεγονότων σε ένα αναλυτικό πλαίσιο «άριστων νομισματικών περιοχών» εκ των υστέρων. Ανεξάρτητα από τους λόγους αυτής της επιλογής, μία προσπάθεια ώστε να διευκολυνθεί η οικονομική προσαρμογή έπρεπε να αναληφθεί έπειτα από την κρίση και τις συνέπειές της.
Οι διαρθρωτικές αλλαγές
Σε μία προσπάθεια να διορθωθούν οι αδυναμίες, υπογραμμίζεται στην ανάλυση, αναλήφθηκαν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης, την αντιμετώπιση της «μεταρρυθμιστικής αδράνειας» στην ΟΝΕ και τη διευκόλυνση των διαρθρωτικών αλλαγών με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, της ικανότητας προσαρμογής και, τελικά, της πραγματικής σύγκλισης. Φυσικά οι νέοι κανόνες της Ε.Ε. δεν μπορούν και, πολύ σωστά, ούτε επιχειρούν να υποδείξουν το κατάλληλο μοντέλο προσαρμογής στο νέο «αχαρτογράφητο» οικονομικό πεδίο της ΟΝΕ. Παρέχουν όμως το πλαίσιο στο οποίο επιτρέπει να κινηθούν και να δράσουν οι οικονομικοί συντελεστές ώστε να ανακαλύψουν τη βέλτιστη μέθοδο οικονομικής προσαρμογής. Ωστόσο, η παρέμβαση της Ε.Ε. και των εθνικών κυβερνήσεων είναι απαραίτητη για την εξάλειψη των εμποδίων στην ομαλή λειτουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, την απελευθέρωση του αναπτυξιακού δυναμικού της ΟΝΕ και τη διευκόλυνση της οικονομικής προσαρμογής. Η σχεδιαζόμενη στόχευση των δαπανών των προϋπολογισμών της Ε.Ε. για την περίοδο 2014-2020 κυρίως σε επενδύσεις που προωθούν την ανάπτυξη και την απασχόληση, στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», όπως σε έρευνα και καινοτομία και σε υποδομές για τη σύνδεση της Ευρώπης στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και της ψηφιακής τεχνολογίας, αναμένεται να διευκολύνει την οικονομική προσαρμογή.
Οι προβλέψεις
Η παρούσα κρίση έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές σε δυσμενή αποτίμηση της πορείας της ΟΝΕ και σε δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον της. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει σημαντικά επιτεύγματα της ευρωζώνης από την έναρξη της λειτουργίας της, όπως τη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας, τα 18 εκατομμύρια θέσεων απασχόλησης που δημιουργήθηκαν (4 εκατομμύρια περισσότερες από ό,τι στις ΗΠΑ), τη σημαντική αύξηση του εμπορίου εντός της ευρωζώνης, αλλά και την ισορροπία στις εξωτερικές εμπορικές συναλλαγές, καθώς και σαφώς μικρότερο δημοσιονομικό έλλειμμα και χρέος από τα αντίστοιχα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Παραγνωρίζει κατά την άποψη του συγγραφέα της μελέτης, επίσης τη ζωτική σημασία του ευρώ για την εύρυθμη λειτουργία, και τελικά την ίδια την ύπαρξη, της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχωρεί μέσα από κατά περιόδους κρίσεις, που καθιστούν φανερή την ανάγκη για θεσμικές μεταρρυθμίσεις, εξασφαλίζοντας έτσι την αναγκαία κοινωνική και πολιτική στήριξη για την ολοκλήρωσή τους. Αυτό αναμένεται να συμβεί και με την παρούσα κρίση, παρά τις σημαντικές δυσκολίες. Οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομική διακυβέρνηση και οι αποφάσεις για τους μηχανισμούς στήριξης και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα ενίσχυσαν σημαντικά το «οπλοστάσιο» της ΟΝΕ ώστε να ξεπεράσει την κρίση, ενώ η στρατηγική «Ευρώπη 2020» παρέχει το πλαίσιο για μια δυναμική πολιτική διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και οικονομικής ανάπτυξης.
Ενίσχυση μηχανισμών
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι υφιστάμενοι μηχανισμοί θα πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω ή να δημιουργηθούν νέα εργαλεία, στο πλαίσιο της παρούσας συνθήκης ή έπειτα από τροποποίησή της. Πράγματι, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ αποφάσισαν πρόσφατα την περαιτέρω ενίσχυση της αρχιτεκτονικής για την ΟΝΕ και ανακοίνωσαν ότι θα συνεχιστεί η διαδικασία εμβάθυνσης της οικονομικής και δημοσιονομικής ενοποίησης. Η ανάλυση των δυσκολιών τις οποίες αντιμετωπίζουν οι χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης δημόσιου χρέους δείχνει ότι οι δυσκολίες είναι αναστρέψιμες, καθώς οφείλονται στην επίδραση αφενός συγκυριακών παραγόντων κατά την πρώτη δεκαετία της ΟΝΕ, όπως τα πολύ χαμηλά πραγματικά επιτόκια σε σύγκριση με το παρελθόν, και αφετέρου λανθασμένων οικονομικών πολιτικών, όπως ανεπαρκής δημοσιονομική προσαρμογή και μεταρρυθμιστική αδράνεια, οι οποίες μπορούν να διορθωθούν. Δεν υπάρχει αναπόδραστη τάση για υψηλό πληθωρισμό, ελλείμματα και χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στις εν λόγω οικονομίες, ώστε να προεξοφλείται αδυναμία συνύπαρξής τους στην ΟΝΕ με άλλες οικονομίες υψηλών επιδόσεων. Η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου έχουν επιτύχει στο παρελθόν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης με χαμηλό πληθωρισμό και με πολύ χαμηλά δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα, ακόμη και πλεονάσματα σε αρκετές περιπτώσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Ελλάδα κατέγραφε δημοσιονομικά πλεονάσματα τη δεκαετία 1960-1970 και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στην πορεία προς την ΟΝΕ.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι επιλογές για τη χώρα μας είναι περιορισμένες. Όλα θα κριθούν μέσα στη διετία 2012-2013. Αυτό ας το καταλάβουν πρώτα αυτοί που κατέρχονται στον πολιτικό στίβο και ζητούν την ψήφο του ελληνικού λαού. Τα πράγματα αλλάζουν. Όπως τόνισε πρόσφατα ο πρώην υπουργός, Αλέκος Παπαδόπουλος, η χώρα πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο προορισμό και πλεύση. Πρέπει να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε και κυρίως πώς.
Η επομένη της κρίσης
Όταν η παρούσα κρίση θα έχει ξεπεραστεί ―με όραμα, μέθοδο και αποφασιστικότητα― τόσο σε επίπεδο ευρωζώνης όσο και σε εθνικό επίπεδο και οι οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου θα έχουν υιοθετήσει ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα μπορέσουν κάλλιστα να είναι οι νικητές στο στίβο των οικονομικών επιδόσεων στην ΟΝΕ τις προσεχείς δεκαετίες, καθώς οι περισσότερες από αυτές είναι ακόμη «οικονομίες σε διαδικασία σύγκλισης», με υψηλό αναπτυξιακό δυναμικό και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Αυτή η προοπτική απαιτεί μια διαρκή διαδικασία μεταρρυθμίσεων και προσαρμογών ―σύμφωνα με τη μελέτη― μέσω της καλύτερης αφομοίωσης των συλλογικών αποφάσεων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και πιο ενεργό συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ώστε να μεγιστοποιηθούν οι συνέργειες και τα οφέλη. Απαιτεί επίσης συνειδητή και πλήρη εφαρμογή των «κανόνων του παιχνιδιού» της Ε.Ε. και της ζώνης του ευρώ, καθώς η εμπειρία έχει δείξει ότι τα μέγιστα οφέλη ― από άποψη σταθερότητας, προσέλκυσης επενδύσεων, ανάπτυξης και γενικότερης αξιοπιστίας και επιρροής ― τα αποκομίζει όποια χώρα υιοθετεί και εφαρμόζει πλήρως αυτή την πολιτική, εφόσον αυτή είναι η στρατηγική της επιλογή.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΛΑΚΟΥΤΣΗΣ - Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Πηγή:naftemporiki.gr
Ερωτήματα για την πορεία της ΟΝΕ 
Η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, η οποία ανέκυψε αρχικά στην Ελλάδα και στη συνέχεια εμφανίστηκε και σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ πλήττοντας τη λειτουργία της ίδιας της ευρωζώνης, είναι συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης η οποία εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ το 2007 και επιδεινώθηκε ραγδαία το φθινόπωρο του 2008, με την κατάρρευση της Lehman Brothersγια να μετατραπεί σε παγκόσμια οικονομική κρίση και να προκαλέσει τη μεγαλύτερη ύφεση από το 1929. 
 
Οταν τάζουν ότι λεφτά υπάρχουν
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:48

 

Οταν τάζουν ότι λεφτά υπάρχουν
Ενα τμήμα του πολιτικού κόσμου που διεκδικεί την εξουσία δεν έλαβε υπόψη το πάθημα της κυβέρνησης Παπανδρέου περί του λεφτά υπάρχουν και συνεχίζει στην ίδια πεπατημένη.
Το συγκεκριμένο τμήμα μεταξύ ρεαλισμού και ευκαιριακής επιβράβευσης επιλέγει το δεύτερο αδιαφορώντας για το υπαρκτό γεγονός της επικείμενης πλήρους οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης της χώρας.
Με λαϊκίστικα προγράμματα, όπου η αύξηση των δαπανών και η επαναφορά της οικονομίας σε δομές της δεκαετίας του ΄80 δεσπόζουν ως πρακτικές παρέμβασης, το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό αδιαφορεί για το σημερινό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης.
Με υποσχέσεις τύπου επαναφοράς μισθών και συντάξεων στα προ της κρίσης επίπεδα ξεχνά να μας απαντήσει πώς είναι δυνατή η χρηματοδότησή τους όταν το ΑΕΠ της χώρας την περίοδο 2008-2012 έχει υποχωρήσει κατά 30 δισ. ευρώ.
Με πομφόλυγες τύπου, κατάργησης χαρατσιών, άμεσης μείωσης φορολογικών συντελεστών, κρατικοποιήσεων, ολικής ή μερικής διαγραφής χρεών, άμεσων προσλήψεων, προσποιείται ότι η λύση είναι τόσο εύκολη που η Ελλάδα χωρίς κανένα πρόβλημα χρηματοδότησης θα επιβίωση σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Οι ιεροκήρυκες των νεφελωμάτων έφτασαν σε σημείο να μιλούν για εθνικοποιήσεις και εν συνεχεία για κοινωνικοποιήσεις των τραπεζών που ανακεφαλαιοποιούνται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, επιζητώντας τον δημόσιο και κοινωνικό έλεγχό τους.
Και μόνο αυτό το στοιχείο δείχνει το χάος που πρεσβεύουν, δείχνει την υποκρισία που περιβάλλει την κατ’ αρχήν δέσμευσή τους ότι η χώρα θα παραμείνει στην ευρωζώνη. Ξεχνούν να μας απαντήσουν σε ποια χώρα της ευρωζώνης το σύνολο του τραπεζικού συστήματος βρίσκεται στα χέρια του κράτους. Εκτός εάν μπερδεύουν την ευρωζώνη με την Βόρειο Κορέα.
Ξεχνούν ότι οι τράπεζες δεν είναι μέρος του προβλήματος. Οι εγχώριες τράπεζες πληρώνουν τη δημοσιονομική εκτροπή για την οποία είναι υπεύθυνο το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, ακόμη δηλαδή και αυτό που δεν χειρίσθηκε κυβερνητικά τις τύχες της χώρας.
Με άξονες πρακτικές με συνδικαλιστικό και ακτιβιστικό περιεχόμενο οι συγκεκριμένες πολιτικές μειοψηφίες με τους εκβιασμούς τους στην ουσία συγκυβερνούσαν. Ο,τι εισπράττει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι και δικό τους έργο, απλά επί σειρά δεκαετιών κινούνταν στο περιθώριο ως υποβολείς των ιδεολογημάτων που χάιδευαν τα αυτιά του εκλογικού Σώματος.
Πόσες μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιήθηκαν από τις συγκεκριμένες πολιτικές μειοψηφίες, πόσες επενδύσεις ακυρώθηκαν, πόσες επιχειρηματικές δράσεις παρεμποδίστηκαν μόνο και μόνο διότι η ιδιότυπη αυτή ιδεολογική τρομοκρατία είχε την τύχη να βρίσκει στο διάβα της το λεγόμενο πολιτικό κόστος.
Ποντάροντας στην αχίλλειο πτέρνα του πολίτικου κόστους που αδρανοποιούσε ακόμη και τη σκέψη ορισμένων πολιτικών, που αντί του εθνικού τους χρέους επιζητούσαν την επιβράβευση μέσω της επανεκλογής τους με κάθε τρόπο και κόστος για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, επιτύγχαναν την επιβολή των ακραίων θέσεών τους.
Για τη σημερινή παρακμή φταίνε και αυτοί που σήμερα έχουν μετατραπεί σε ταγοί του αντιμνημονιακού αγώνα.
Για τα μνημόνια φταίνε και αυτοί που τα υπέγραψαν χωρίς να διαπραγματευτούν τα αναγκαία για την αξιοπρεπή συνέχεια της ελληνικής οικονομίας αλλά και αυτοί που υπέθαλπαν διαχρονικά τη δημαγωγία. Σήμερα με πλήρη γνώση των θυτών αλλά και των θυμάτων, το ζητούμενο είναι η ανάδειξη του εφικτού.
Η χώρα χρειάζεται εκτελεστική εξουσία με στοιχεία που να παραπέμπουν στην υπευθυνότητα και τον ρεαλισμό. Χρειάζεται αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου με επιμήκυνση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής, με άξονες μέτρα ανακούφισης των κοινωνικών ομάδων που έχουν πληγεί σε σημείο εξαθλίωσης από την κρίση. Πρέπει να αποσαφηνιστεί από όλους ποια Ελλάδα επιζητούν. Ολοι γνωρίζουν ότι μετά τις εκλογές θα πρέπει να εξειδικευτούν μέτρα 12 περίπου δισ. ευρώ για την περίοδο 2013-14 ή μέτρα 5,5% του ΑΕΠ .
Ακόμη και σε περίπτωση δημοσιονομικής παράτασης η δημοσιονομική προσαρμογή θα συνεχιστεί απλά, ενώ η επιμήκυνση θα μετρίαση τις επιπτώσεις της προσαρμογής στην ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς αυτή είναι η μόνη αλήθεια, την οποία καλώς ή κακώς πρέπει να αποδεχτούμε εάν δεν θέλουμε να πέσουμε για μία ακόμη φορά θύματα του υφέρποντος λαϊκισμού.
Σαράντος Λέκκας, οικονομολόγος
Πηγή:kerdos.gr
Οταν τάζουν ότι λεφτά υπάρχουν
Ενα τμήμα του πολιτικού κόσμου που διεκδικεί την εξουσία δεν έλαβε υπόψη το πάθημα της κυβέρνησης Παπανδρέου περί του λεφτά υπάρχουν και συνεχίζει στην ίδια πεπατημένη.
Το συγκεκριμένο τμήμα μεταξύ ρεαλισμού και ευκαιριακής επιβράβευσης επιλέγει το δεύτερο αδιαφορώντας για το υπαρκτό γεγονός της επικείμενης πλήρους οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης της χώρας.
 
Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:47

 

Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
Η κρίση της ευρωζώνης είναι η συνέπεια της επίμονης προσκόλλησης της Γαλλίας στο «ευρωπαϊκό όραμα», τον στόχο της πολιτικής ενοποίησης που άρχισε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όταν δύο κορυφαίοι Γάλλοι πολιτικοί, ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν, πρότειναν τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.
Ο Μονέ και ο Σουμάν υποστήριξαν ότι μία πολιτική ένωση παρόμοια μ’ εκείνη της Αμερικής θα απέτρεπε συγκρούσεις σαν εκείνες που προκάλεσαν τρεις μεγάλους ευρωπαϊκούς πολέμους - μία ιδέα ελκυστική, που όμως παρέβλεπε τον τρομακτικό Εμφύλιο Πόλεμο της Αμερικής. Μία ευρωπαϊκή πολιτική ένωση θα καθιστούσε επίσης την Ευρώπη δύναμη αντίστοιχη των Ηνωμένων Πολιτειών και ως εκ τούτου θα έδινε στη Γαλλία, με την εξελιγμένη διπλωματική υπηρεσία της, έναν σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες υποθέσεις.
Το όνειρο των Μονέ-Σουμάν οδήγησε το 1956 στη Συνθήκη της Ρώμης, η οποία εγκαθίδρυσε μία μικρή περιοχή ελεύθερου εμπορίου, που αργότερα επεκτάθηκε για να δημιουργήσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Η δημιουργία της ΕΟΚ είχε θετικά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά, όπως και η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Βορείου Αμερικής, δεν μείωσε το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας, ούτε έφερε αίσθημα πολιτικής ενότητας.
Αυτός ήταν ο στόχος της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992, που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η περίφημη έκθεση «Μια αγορά, ένα νόμισμα», που εκδόθηκε το 1990 υπό την εποπτεία του πρώην υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας Ζακ Ντελόρ, καλούσε στη δημιουργία ενός κοινού νομίσματος, βασιζόμενη στο επιχείρημα ότι η ενιαία αγορά δεν μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Σε πιο ρεαλιστική βάση, οι υποστηρικτές του ενιαίου νομίσματος επικαλούντο το επιχείρημα ότι θα οδηγούσε τους πολίτες να αυτοπροσδιορίζονται ως Ευρωπαίοι και ότι η ύπαρξη μίας κοινής Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα οδηγούσε σε μία μετατόπιση εξουσιών μακριά από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Η Γερμανία αντιστάθηκε στο ευρώ, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να προηγηθεί η πλήρης πολιτική ένωση. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αποδεχθούν οι άλλες χώρες την πολιτική ένωση, η θέση αυτή της Γερμανίας φάνηκε σαν μία τεχνική υπεκφυγή για να αποτρέψει τη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία δίσταζε να εγκαταλείψει το μάρκο, το σύμβολο της οικονομικής της ισχύος και της σταθερότητας των τιμών. Η Γερμανία ενέδωσε τελικά και συμφώνησε στη δημιουργία του ευρώ μόνον όταν ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν το έθεσε ως προϋπόθεση για να υποστηρίξει η Γαλλία τη γερμανική επανένωση.
Επιπροσθέτως, κατόπιν της πίεσης της Γαλλίας, χαλάρωσε το κριτήριο της Συνθήκης του Μάαστριχτ που προέβλεπε ότι οι χώρες μπορούσαν να υιοθετήσουν το ευρώ μόνον εάν το δημόσιο χρέος τους δεν ξεπερνούσε το 60% του ΑΕΠ - μία χαλάρωση που έγινε, προκειμένου να γίνουν δεκτές χώρες, οι οποίες έδειχναν να παρεκκλίνουν από αυτόν τον στόχο. Η τροποποίηση αυτή επέτρεψε την εισδοχή της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας.
Οι πολιτικοί που ήταν υπέρμαχοι του ευρώ αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων ότι η επιβολή ενός κοινού νομίσματος σε μία ντουζίνα ετερογενείς χώρες ήταν καταδικασμένη να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Θεώρησαν τους οικονομικούς κινδύνους ασήμαντους σε σχέση με τη δική τους ατζέντα της πολιτικής ενοποίησης.
Ομως, η δημιουργία του ευρώ προκάλεσε μία κάθετη πτώση των επιτοκίων στις χώρες της περιφέρειας, οδηγώντας στο να χρηματοδοτούνται μέσω του χρέους φούσκες στις αγορές ακινήτων και ενθαρρύνοντας τις κυβερνήσεις τους να δανείζονται για να καλύψουν τις αυξανόμενες κρατικές δαπάνες. Κατά εντυπωσιακό τρόπο, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αγνόησαν τους πιστωτικούς κινδύνους αυτού του κρατικού χρέους, απαιτώντας μόνον πολύ μικρές διαφορές (spreads) ανάμεσα στα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων κι εκείνων της Ελλάδας και άλλων περιφερειακών χωρών.
Αυτό τέλειωσε το 2010 όταν η Ελλάδα παραδέχθηκε ότι είχε πει ψέματα για τα δημοσιονομικά της ελλείμματα και το χρέος της. Οι αγορές απάντησαν ζητώντας πολύ υψηλότερα επιτόκια για τα ομόλογα των χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος και τα τραπεζικά συστήματα εξασθένησαν υπό το βάρος των υπερβολικών στεγαστικών δανείων.
Τρεις μικρές χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία) εξαναγκάστηκαν να αποδεχθούν βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να εφαρμόσουν επώδυνες, υφεσιακές δημοσιονομικές περικοπές. Οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι πλέον αδιέξοδες και πιθανότατα θα οδηγήσουν σε περαιτέρω χρεοκοπίες και αποχώρηση από την ευρωζώνη. Η Ισπανία επίσης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, που οφείλονται στα δημοσιονομικά ελλείμματα των παραδοσιακά ανεξάρτητων περιφερειακών κυβερνήσεών της, την ασθενή κατάσταση των τραπεζών της και την ανάγκη αναχρηματοδότησης μεγάλου ποσοστού του κρατικού χρέους κάθε χρόνο.
Είναι ήδη σαφές ότι το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που πρόσφατα συμφωνήθηκε στην ΕΕ δεν θα συγκρατήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα ούτε θα μειώσει τα κρατικά χρέη. Η Ισπανία ήταν η πρώτη που ανακοίνωσε ότι δεν θα υλοποιήσει τους στόχους στους οποίους είχε μόλις συμφωνήσει και άλλες χώρες θα την ακολουθήσουν σύντομα. Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ έχει προτείνει να εξισορροπηθούν οι περιοριστικές πολιτικές για τα ελλείμματα με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, με τον ίδιο τρόπο που η Γαλλία είχε αναγκάσει παλαιότερα την ΕΕ να μετατρέψει το Σύμφωνο Σταθερότητας σε Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι ένα κενό γράμμα που ενδεχομένως θα αποτελέσει και την ύστατη προσπάθεια των μελών της ΕΕ να προσποιηθούν ότι οδεύουν προς την πολιτική ενοποίηση.
Το ευρωπαϊκό όραμα έχει ξεκάθαρα αποτύχει να οδηγήσει σε εκείνο που οι Γάλλοι πολιτικοί ηγέτες επεδίωκαν από την αρχή. Αντί της φιλίας και της αίσθησης σκοπού που είχαν οραματιστεί ο Μονέ και ο Σουμάν, υπάρχει σύγκρουση και αταξία. Ο διεθνής ρόλος της Ευρώπης συρρικνώνεται, με τους παλαιούς G-5 να έχουν εξελιχθεί σε G-20. Και με τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ να θέτει τους όρους στην ευρωζώνη, η φιλοδοξία της Γαλλίας να κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική έχει εκμηδενιστεί.
Ακόμη κι εάν οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης διατηρήσουν το κοινό νόμισμα, αυτό θα γίνει επειδή η εγκατάλειψή του θα ήταν επώδυνη οικονομικά. Τώρα που η αδυναμία του είναι εμφανής, το ευρώ θα παραμείνει περισσότερο πηγή προβλημάτων παρά δρόμος προς την πολιτική ισχύ.
Ο κ. Μάρτιν Φέλντστάιν, καθηγητής Οικονομικών στο Χάρβαρντ, ήταν πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν και έχει διατελέσει πρόεδρος του US National Bureau for Economic Research
Πηγή:kerdos.gr
Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
Η κρίση της ευρωζώνης είναι η συνέπεια της επίμονης προσκόλλησης της Γαλλίας στο «ευρωπαϊκό όραμα», τον στόχο της πολιτικής ενοποίησης που άρχισε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όταν δύο κορυφαίοι Γάλλοι πολιτικοί, ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν, πρότειναν τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.
 
Ο αγώνας επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:45

 

 

Ο αγώνας επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης

 

«Κατεβάστε τις ναυαγοσωστικές βάρκες». Αυτό είναι, κατά τον «Economist», το μήνυμα που στέλνουν οι αγορές ομολόγων στην παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές κυριολεκτικά σπεύδουν και συνωθούνται να αγοράσουν κρατικά ομόλογα στην Αμερική και τη Γερμανία, καθώς και σε κάποιες άλλες «ασφαλείς» οικονομίες.

 

 
Σελίδα 701 από 912