Καλώς ήρθατε στον Σύλλογο Οικονομολόγων Λογιστών Νομού Θεσσαλονίκης

Σκοπός του Συλλόγου είναι η συσπείρωση των συναδέλφων με στόχο την κατοχύρωση, προαγωγή και προστασία των οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων τους, η ανάπτυξη πνεύματος συναδελφικής αλληλεγγύης και αμοιβαίας υποστήριξης, ο καθορισμός κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας και συμπεριφοράς, η ανύψωση του κύρους των οικονομολόγων – λογιστών - φοροτεχνικών καθώς και η επιμόρφωσή τους.

Εδώ θα βρείτε χρήσιμες πληροφορίες που αφορούν το επάγγελμα μας και θα ενημερώνεστε για όλες τις δραστηριότητες και ενέργειες του Συλλόγου.

Επικοινωνία
Σύλλογος Οικονομολόγων Λογιστών Νομού Θεσσαλονίκης
Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:47

 

Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
Η κρίση της ευρωζώνης είναι η συνέπεια της επίμονης προσκόλλησης της Γαλλίας στο «ευρωπαϊκό όραμα», τον στόχο της πολιτικής ενοποίησης που άρχισε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όταν δύο κορυφαίοι Γάλλοι πολιτικοί, ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν, πρότειναν τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.
Ο Μονέ και ο Σουμάν υποστήριξαν ότι μία πολιτική ένωση παρόμοια μ’ εκείνη της Αμερικής θα απέτρεπε συγκρούσεις σαν εκείνες που προκάλεσαν τρεις μεγάλους ευρωπαϊκούς πολέμους - μία ιδέα ελκυστική, που όμως παρέβλεπε τον τρομακτικό Εμφύλιο Πόλεμο της Αμερικής. Μία ευρωπαϊκή πολιτική ένωση θα καθιστούσε επίσης την Ευρώπη δύναμη αντίστοιχη των Ηνωμένων Πολιτειών και ως εκ τούτου θα έδινε στη Γαλλία, με την εξελιγμένη διπλωματική υπηρεσία της, έναν σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες υποθέσεις.
Το όνειρο των Μονέ-Σουμάν οδήγησε το 1956 στη Συνθήκη της Ρώμης, η οποία εγκαθίδρυσε μία μικρή περιοχή ελεύθερου εμπορίου, που αργότερα επεκτάθηκε για να δημιουργήσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Η δημιουργία της ΕΟΚ είχε θετικά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά, όπως και η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Βορείου Αμερικής, δεν μείωσε το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας, ούτε έφερε αίσθημα πολιτικής ενότητας.
Αυτός ήταν ο στόχος της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992, που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η περίφημη έκθεση «Μια αγορά, ένα νόμισμα», που εκδόθηκε το 1990 υπό την εποπτεία του πρώην υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας Ζακ Ντελόρ, καλούσε στη δημιουργία ενός κοινού νομίσματος, βασιζόμενη στο επιχείρημα ότι η ενιαία αγορά δεν μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά με άλλον τρόπο. Σε πιο ρεαλιστική βάση, οι υποστηρικτές του ενιαίου νομίσματος επικαλούντο το επιχείρημα ότι θα οδηγούσε τους πολίτες να αυτοπροσδιορίζονται ως Ευρωπαίοι και ότι η ύπαρξη μίας κοινής Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα οδηγούσε σε μία μετατόπιση εξουσιών μακριά από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Η Γερμανία αντιστάθηκε στο ευρώ, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να προηγηθεί η πλήρης πολιτική ένωση. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αποδεχθούν οι άλλες χώρες την πολιτική ένωση, η θέση αυτή της Γερμανίας φάνηκε σαν μία τεχνική υπεκφυγή για να αποτρέψει τη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία δίσταζε να εγκαταλείψει το μάρκο, το σύμβολο της οικονομικής της ισχύος και της σταθερότητας των τιμών. Η Γερμανία ενέδωσε τελικά και συμφώνησε στη δημιουργία του ευρώ μόνον όταν ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν το έθεσε ως προϋπόθεση για να υποστηρίξει η Γαλλία τη γερμανική επανένωση.
Επιπροσθέτως, κατόπιν της πίεσης της Γαλλίας, χαλάρωσε το κριτήριο της Συνθήκης του Μάαστριχτ που προέβλεπε ότι οι χώρες μπορούσαν να υιοθετήσουν το ευρώ μόνον εάν το δημόσιο χρέος τους δεν ξεπερνούσε το 60% του ΑΕΠ - μία χαλάρωση που έγινε, προκειμένου να γίνουν δεκτές χώρες, οι οποίες έδειχναν να παρεκκλίνουν από αυτόν τον στόχο. Η τροποποίηση αυτή επέτρεψε την εισδοχή της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιταλίας.
Οι πολιτικοί που ήταν υπέρμαχοι του ευρώ αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων ότι η επιβολή ενός κοινού νομίσματος σε μία ντουζίνα ετερογενείς χώρες ήταν καταδικασμένη να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Θεώρησαν τους οικονομικούς κινδύνους ασήμαντους σε σχέση με τη δική τους ατζέντα της πολιτικής ενοποίησης.
Ομως, η δημιουργία του ευρώ προκάλεσε μία κάθετη πτώση των επιτοκίων στις χώρες της περιφέρειας, οδηγώντας στο να χρηματοδοτούνται μέσω του χρέους φούσκες στις αγορές ακινήτων και ενθαρρύνοντας τις κυβερνήσεις τους να δανείζονται για να καλύψουν τις αυξανόμενες κρατικές δαπάνες. Κατά εντυπωσιακό τρόπο, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αγνόησαν τους πιστωτικούς κινδύνους αυτού του κρατικού χρέους, απαιτώντας μόνον πολύ μικρές διαφορές (spreads) ανάμεσα στα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων κι εκείνων της Ελλάδας και άλλων περιφερειακών χωρών.
Αυτό τέλειωσε το 2010 όταν η Ελλάδα παραδέχθηκε ότι είχε πει ψέματα για τα δημοσιονομικά της ελλείμματα και το χρέος της. Οι αγορές απάντησαν ζητώντας πολύ υψηλότερα επιτόκια για τα ομόλογα των χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος και τα τραπεζικά συστήματα εξασθένησαν υπό το βάρος των υπερβολικών στεγαστικών δανείων.
Τρεις μικρές χώρες (Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία) εξαναγκάστηκαν να αποδεχθούν βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να εφαρμόσουν επώδυνες, υφεσιακές δημοσιονομικές περικοπές. Οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι πλέον αδιέξοδες και πιθανότατα θα οδηγήσουν σε περαιτέρω χρεοκοπίες και αποχώρηση από την ευρωζώνη. Η Ισπανία επίσης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, που οφείλονται στα δημοσιονομικά ελλείμματα των παραδοσιακά ανεξάρτητων περιφερειακών κυβερνήσεών της, την ασθενή κατάσταση των τραπεζών της και την ανάγκη αναχρηματοδότησης μεγάλου ποσοστού του κρατικού χρέους κάθε χρόνο.
Είναι ήδη σαφές ότι το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο» που πρόσφατα συμφωνήθηκε στην ΕΕ δεν θα συγκρατήσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα ούτε θα μειώσει τα κρατικά χρέη. Η Ισπανία ήταν η πρώτη που ανακοίνωσε ότι δεν θα υλοποιήσει τους στόχους στους οποίους είχε μόλις συμφωνήσει και άλλες χώρες θα την ακολουθήσουν σύντομα. Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ έχει προτείνει να εξισορροπηθούν οι περιοριστικές πολιτικές για τα ελλείμματα με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, με τον ίδιο τρόπο που η Γαλλία είχε αναγκάσει παλαιότερα την ΕΕ να μετατρέψει το Σύμφωνο Σταθερότητας σε Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι ένα κενό γράμμα που ενδεχομένως θα αποτελέσει και την ύστατη προσπάθεια των μελών της ΕΕ να προσποιηθούν ότι οδεύουν προς την πολιτική ενοποίηση.
Το ευρωπαϊκό όραμα έχει ξεκάθαρα αποτύχει να οδηγήσει σε εκείνο που οι Γάλλοι πολιτικοί ηγέτες επεδίωκαν από την αρχή. Αντί της φιλίας και της αίσθησης σκοπού που είχαν οραματιστεί ο Μονέ και ο Σουμάν, υπάρχει σύγκρουση και αταξία. Ο διεθνής ρόλος της Ευρώπης συρρικνώνεται, με τους παλαιούς G-5 να έχουν εξελιχθεί σε G-20. Και με τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ να θέτει τους όρους στην ευρωζώνη, η φιλοδοξία της Γαλλίας να κυριαρχήσει στην ευρωπαϊκή πολιτική έχει εκμηδενιστεί.
Ακόμη κι εάν οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης διατηρήσουν το κοινό νόμισμα, αυτό θα γίνει επειδή η εγκατάλειψή του θα ήταν επώδυνη οικονομικά. Τώρα που η αδυναμία του είναι εμφανής, το ευρώ θα παραμείνει περισσότερο πηγή προβλημάτων παρά δρόμος προς την πολιτική ισχύ.
Ο κ. Μάρτιν Φέλντστάιν, καθηγητής Οικονομικών στο Χάρβαρντ, ήταν πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του προέδρου Ρόναλντ Ρέιγκαν και έχει διατελέσει πρόεδρος του US National Bureau for Economic Research
Πηγή:kerdos.gr
Το σπασμένο όραμα της Γαλλίας
Η κρίση της ευρωζώνης είναι η συνέπεια της επίμονης προσκόλλησης της Γαλλίας στο «ευρωπαϊκό όραμα», τον στόχο της πολιτικής ενοποίησης που άρχισε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όταν δύο κορυφαίοι Γάλλοι πολιτικοί, ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν, πρότειναν τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.
 
Ο αγώνας επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:45

 

 

Ο αγώνας επιβίωσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης

 

«Κατεβάστε τις ναυαγοσωστικές βάρκες». Αυτό είναι, κατά τον «Economist», το μήνυμα που στέλνουν οι αγορές ομολόγων στην παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές κυριολεκτικά σπεύδουν και συνωθούνται να αγοράσουν κρατικά ομόλογα στην Αμερική και τη Γερμανία, καθώς και σε κάποιες άλλες «ασφαλείς» οικονομίες.

 

 
Γιατί δεν θα γίνει η Κίνα παγκόσμια υπερδύναμη
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:43

 

Γιατί δεν θα γίνει η Κίνα παγκόσμια υπερδύναμη
Η Κίνα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη θέση των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ το 2017 εκτιμάται ότι θα έχει καταλάβει την κορυφή.
Θα γίνει η Κίνα η επόμενη παγκόσμια υπερδύναμη; Το ερώτημα αυτό τίθεται ολοένα συχνότερα, καθώς η κινεζική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 8% ετησίως, ενώ ο ανεπτυγμένος κόσμος βυθίζεται ή πλησιάζει σε ύφεση. Η Κίνα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη θέση των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ το 2017 εκτιμάται ότι θα έχει καταλάβει την κορυφή. Οι αμυντικές δαπάνες της, εν τω μεταξύ, αυξάνονται με ρυθμό μεγαλύτερο της οικονομικής ανάπτυξης.
Το ερώτημα είναι εύλογο - εκτός εάν είσαι Αμερικανός. Στο μυαλό των Αμερικανών, η υπερδύναμη είναι μία, οπότε οποιαδήποτε ανάπτυξη της Κίνας πραγματοποιείται εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Πράγματι, για πολλούς πολίτες στις ΗΠΑ, η Κίνα αντιπροσωπεύει μια υπαρκτή πρόκληση.
Αυτός ο τρόπος σκέψης ξεπερνάει κάθε λογική. Στην πραγματικότητα, το ότι υπάρχει μόνο μία υπερδύναμη είναι ασυνήθιστο και ήταν αποτέλεσμα της αιφνιδιαστικής κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Το σύνηθες είναι να υπάρχουν διάφορες μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες άλλοτε συνυπάρχουν ειρηνικά και άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους.
Για παράδειγμα η Βρετανία - τη θέση της οποίας θεωρείται από πολλούς ότι κατέλαβαν οι ΗΠΑ- δεν ήταν ποτέ «υπερδύναμη» όπως την εννοούν οι Αμερικανοί. Παρά την αχανή αυτοκρατορία της και τη ναυτική υπεροχή της, η Βρετανία του 19ου αιώνα δεν θα είχε μπορέσει ποτέ να νικήσει σε έναν πόλεμο κατά της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ρωσίας χωρίς συμμάχους. Η Βρετανία ήταν μια «παγκόσμια δύναμη», μία από τις πολλές αυτοκρατορίες της ιστορίας που ξεχώρισαν από τις μικρότερες δυνάμεις λόγω της γεωγραφικής εμβέλειας της επιρροής και των συμφερόντων της.
Το λογικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν η Κίνα θα αντικαταστήσει τις ΗΠΑ, αλλά εάν θα αρχίσει να αποκτά κάποια από τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας δύναμης, ιδίως όσον αφορά την ευθύνη για τη διεθνή τάξη. Ακόμη και εάν τεθεί υπό τη μετριοπαθή αυτή μορφή το ερώτημα, ξεκάθαρη απάντηση δεν υπάρχει. Το πρώτο πρόβλημα είναι η οικονομία της Κίνας, η οποία δίνει την εντύπωση ότι είναι πολύ δυναμική αλλά κατά βάθος είναι αποδιοργανωμένη.
Ο αναλυτής Τσι Λο δίνει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα της μακροοικονομικής επιτυχίας σε αντιδιαστολή με τη μικροοικονομική αποτυχία. Από το τεράστιο πακέτο κινήτρων ύψους 4 τρισ. γουάν (586 δισ. δολαρίων) που εκπόνησε το Πεκίνο τον Νοέμβριο 2008, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων διατέθηκε σε ζημιογόνες επιχειρήσεις μέσω άμεσου τραπεζικού δανεισμού, γεγονός που διατήρησε σε υψηλούς ρυθμούς την ανάπτυξη της Κίνας εν όψει παγκόσμιας ύφεσης. Το τίμημα, όμως, ήταν ένας ολοένα πιο εσφαλμένος καταμερισμός των κεφαλαίων, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να συσσωρεύουν επισφαλή δάνεια και οι αυξανόμενες καταθέσεις των νοικοκυριών να τροφοδοτούν φούσκες στην αγορά ακινήτων. Επιπλέον, ο Τσι υποστηρίζει ότι η κρίση του 2008 κλόνισε το εξαγωγικό μοντέλο της Κίνας που στηριζόταν στην ανάπτυξη, λόγω της παρατεταμένης υποχώρησης της ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες.
Η Κίνα θα πρέπει τώρα να βρει νέες ισορροπίες για την οικονομία της, μετατοπίζοντας τη ρευστότητα από τις δημόσιες επενδύσεις και τις εξαγωγές προς την ιδιωτική κατανάλωση. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ένα τμήμα των ρευστών διαθεσίμων της θα πρέπει να επενδυθεί σε πραγματικά στοιχεία ενεργητικού στο εξωτερικό και να μην τοποθετούνται μαζικά σε γραμμάτια αμερικανικού δημοσίου. Επίσης, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα πρέπει να περιοριστεί η υπερβολική τάση των κινεζικών νοικοκυριών για αποταμίευση με παράλληλη ενίσχυση του κοινωνικού δικτύου πρόνοιας και ανάπτυξη εργαλείων καταναλωτικής πίστης.
Επιπλέον, για να γίνει η Κίνα παγκόσμια οικονομική δύναμη, χρειάζεται ένα νόμισμα που θα είναι ελκυστικό στους ξένους επενδυτές. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται ένα πλήρως μετατρέψιμο νόμισμα, ένα χρηματοοικονομικό σύστημα με βάθος και υψηλή ρευστότητα, ένα χρηματιστήριο για άντληση κεφαλαίων και επιτόκια δανείων εναρμονισμένα με την αγορά. Η Κίνα, παρότι έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι θα προχωρήσει σε «διεθνοποίηση» του γουαν, δεν έχει κάνει ουσιαστικά βήματα μέχρι σήμερα. «Εν τω μεταξύ, οι ισχυρές πολιτικές σχέσεις που διατηρούν οι ΗΠΑ με τις χώρες που διαθέτουν τα υψηλότερα συναλλαγματικά αποθέματα συνεχίζουν να προσφέρουν στήριξη στο δολάριο» σημειώνει ο Τσι. Επιπλέον, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκουν προστασία κάτω από τη στρατιωτική ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι πρόβλημα πολιτικών αξιών. Η «ανέλιξη» της Κίνας θα εξαρτηθεί από το πόσο θα καταρριφθούν κάποιες κλασικές κομμουνιστικές αρχές, όπως η κρατική ιδιοκτησία επί των στοιχείων ενεργητικού, ο έλεγχος των γεννήσεων και η οικονομική καταπίεση. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα πόσο θα καταφέρουν να προχωρήσουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις προτού θεωρηθούν απειλή για το πολιτικό μονοπώλιο του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα του 1978.
Δύο πολιτισμικά στοιχεία υπονομεύουν το πολιτικό σύστημα της Κίνας. Το πρώτο αφορά στην πολιτική σκέψη των Κινέζων, η οποία διέπεται από την ιεραρχία και την οικογενειοκρατία. Οι Κινέζοι φιλόσοφοι αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα του αυθορμητισμού, ο οποίος όμως θα πρέπει να εκδηλώνεται εντός ενός αυστηρά οριοθετημένου κόσμου όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν τη θέση στην οποία ανήκουν. Όπως αναφέρουν τα «Ανάλεκτα του Κομφούκιου», «Ο ηγεμόνας να είναι ηγεμόνας, ο υπήκοος υπήκοος, ο πατέρας πατέρας και ο γιος γιος». Επίσης, δεν υπάρχει ιδιαίτερος σεβασμός στην ιερότητα της ανθρώπινης ζωής: ο βουδισμός δεν διαχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα και τα φυτά. Το κινεζικό Σύνταγμα του 2004 περιλαμβάνει δέσμευση για την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά όπως αποδεικνύει και το πρόσφατο παράδειγμα του τυφλού αντιφρονούντα Τσεν Γκουανγκτσένγκ, στην ουσία πρόκειται για κενό γράμμα. Ομοίως, η συλλογική περιουσία υπερισχύει της ιδιωτικής.
Επίσης, υπάρχει και το δόγμα του Κομφουκισμού περί «ουράνιας εντολής», με την οποία νομιμοποιείται η πολιτική εξουσία. Σήμερα, τη θέση της έχει πάρει η εντολή του Μαρξισμού, αλλά καμία από τις δύο δεν αφήνει περιθώρια για τη λαϊκή εντολή. Η αμφιθυμία σχετικά με το από πού πηγάζει η νόμιμη εξουσία, εκτός από τεράστιο εμπόδιο για τον εκδημοκρατισμό, αποτελεί και πιθανή πηγή πολιτικής αστάθειας.
Αυτές οι ιστορικές καταβολές περιορίζουν τις προοπτικές της Κίνας να αναδειχθεί σε παγκόσμια δύναμη, καθώς αυτό προϋποθέτει συμβατότητα μεταξύ των κινεζικών και των δυτικών αξιών. Η Δύση ισχυρίζεται ότι οι αξίες της είναι οικουμενικές και τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη θα συνεχίζουν να προσπαθούν να επιβάλουν στην Κίνα τις αξίες τους. Δύσκολα, βέβαια, μπορεί να φανταστεί κανείς το αντίστροφο: να προσπαθήσει η Κίνα να «εξάγει» τις αξίες της.
Η Κίνα έχει τη δυνατότητα επιλογής: είτε θα αποδεχθεί τις δυτικές αξίες είτε θα επιχειρήσει να φτιάξει μια ξεχωριστή «σφαίρα» στην Ανατολική Ασία και θα απομονωθεί σε αυτή. Στη δεύτερη περίπτωση, η Κίνα θα ερχόταν σε σύγκρουση, όχι μόνο με τις ΗΠΑ, αλλά και με τις υπόλοιπες ασιατικές δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία και η Ινδία. Συνεπώς, είναι μάλλον καλύτερο για τη μελλοντική της πορεία να αποδεχθεί τις δυτικές αξίες επιχειρώντας να τους δώσει «κινεζικά χαρακτηριστικά».
Πάντως, το σενάριο να «αντικαταστήσει» η Κίνα τις ΗΠΑ δεν μοιάζει πιθανό. Ούτε πιστεύω πως η Κίνα θέλει κάτι τέτοιο. Αυτό που επιδιώκει είναι ο σεβασμός, όχι η κυριαρχία.
*Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι είναι μέλος της Βουλής των Λόρδων και επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Γουόργουικ.
Πηγή:naftemporiki.gr
Γιατί δεν θα γίνει η Κίνα παγκόσμια υπερδύναμη 
Η Κίνα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη θέση των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ το 2017 εκτιμάται ότι θα έχει καταλάβει την κορυφή.
 Θα γίνει η Κίνα η επόμενη παγκόσμια υπερδύναμη; Το ερώτημα αυτό τίθεται ολοένα συχνότερα, καθώς η κινεζική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 8% ετησίως, ενώ ο ανεπτυγμένος κόσμος βυθίζεται ή πλησιάζει σε ύφεση. Η Κίνα βρίσκεται ήδη στη δεύτερη θέση των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ το 2017 εκτιμάται ότι θα έχει καταλάβει την κορυφή. Οι αμυντικές δαπάνες της, εν τω μεταξύ, αυξάνονται με ρυθμό μεγαλύτερο της οικονομικής ανάπτυξης.
 
Πώς θα γίνει η ανάταξη του τραπεζικού συστήματος
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:42

 

Πώς θα γίνει η ανάταξη του τραπεζικού συστήματος
Η κατάρρευση της ισπανικής τράπεζας Bankia σηματοδότησε κατά τον πλέον εμφατικό τρόπο το γεγονός ότι όχι μόνον το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα νοσεί, αλλά ακόμη περισσότερο ότι στην ουσία ευθύνεται για την κρίση της ευρωζώνης. Αποδεικνύεται τελικά ότι δεν ήταν μόνον οι ελληνικές κυβερνήσεις που προέβαιναν σε ασκήσεις «δημιουργικής λογιστικής» για το χρέος τους και την εικόνα των τραπεζών τους. Το φαινόμενο αφορά την ευρωζώνη στο σύνολό της πλέον, με αποτέλεσμα αν δεν αντιμετωπισθεί στην ολότητά του, νομοτελειακά να οδηγήσει στην οριστική της διάλυση.
Κάποιοι πολιτικοί φορείς ίσως θα σπεύσουν να σημειώσουν ότι η μονοδιάστατη στάση άρνησής τους σε κάθε τι που χαρακτηρίζει τις συμφωνίες του «μνημονίου» και της «δανειακής σύμβασης» σηματοδοτεί την έναρξη της συνολικής επανατοποθέτησης της οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης. Αποψη πολύ ρηχή ακόμη και για να χαρακτηρισθεί ως «επαναστατική». Το σίγουρο όμως είναι πως το ελληνικό πρόβλημα «έτυχε» να ανακύψει πρώτο εξαιτίας των ουσιαστικών αδυναμιών της οικονομίας και του κράτους, ενώ στην ουσία δεν αποτελεί παρά μόνον την πρώτη ένδειξη της παθογένειας της σημερινής πολιτικής του ενιαίου νομίσματος έτσι όπως το «πραγματεύονται» σήμερα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Φαίνεται λοιπόν ότι η κρίση των επιταχύνεται. Τρόμος δε διακατέχει τους Ευρωπαίους στην σκέψη μίας κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ισπανία ή μίας μαζικής φυγής καταθέσεων από τις περιφερειακές τράπεζες, με αιχμή του δόρατος την Ελλάδα. Η πρόταση για «τραπεζική ενοποίηση» και ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων δείχνει πως σταδιακά οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να κατανοούν την «οικουμενικότητα» του προβλήματος. Ομως, ακόμη και μέσα από τη διαφαινόμενη νέα στάση, δεν προκύπτει ακόμη αν και με ποιο τρόπο αναζητείται τρόπος ελέγχου τόσο των τραπεζών όσο και των διοικήσεών τους. Απλά αναζητείται η «διασωστική τους στήριξη» τόσο με λογιστικά, παρεχόμενη από την ΕΚΤ ρευστότητα, όσο και με τα χρήματα των φορολογουμένων. Καλούμαστε λοιπόν να αναλογισθούμε τι πρόκειται να συμβεί αν η ανάγκη της λογιστικής αυτής παροχής ρευστότητας μετουσιωθεί σε ανάγκη παροχής πραγματικής ρευστότητας στο ενδεχόμενο που αρχίσει μαζικής φυγή καταθέσεων από την περιφέρεια (bank run). Τότε ένας από τους βασικούς κρίκους της αλυσίδας σπάει, καθώς η ΕΚΤ δέχεται ένα μεγάλο χτύπημα.
Εφόσον δε ο ποιο αδύναμος κρίκος αυτή τη στιγμή είναι η Ελλάδα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δοθεί μία ουσιαστική διάσταση στην πολιτική της νέας κυβέρνησης στο θέμα του χειρισμού του θέματος των τραπεζών μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσής τους. Πρέπει να γίνει αντιληπτό - πέρα από δημαγωγικές φαμφάρες περί κρατικοποιήσεώς των -πως η λειτουργία τους κάτω από κρατικό «έλεγχο» πρέπει να σηματοδοτείται από ουσιαστική - προσωρινή ίσως λόγω των συνθηκών - αναδιάρθρωση της φιλοσοφίας λειτουργίας των. Το παράδειγμα την τοποθέτησης «άσχετων» με την τραπεζική επιτρόπων κατά το πρώτο πακέτο στήριξης - επί υπουργού Οικονομικών κυρίου Αλογοσκούφη - σίγουρα δεν πρέπει να αποτελεί τον κανόνα του τι νοείται «κρατικός έλεγχος». Σίγουρα, επίσης, ο τρόπος του πρόσφατου διορισμού των «τοποτηρητών» του Δημοσίου από το ΤΧΣ πρέπει να επανεξετασθεί καθώς αυτές έγιναν σε περίοδο κυβερνητικής κρίσης και χωρίς τον καθορισμό συγκεκριμένου ρόλου αυτών. Διερωτώμαι δε με ποιον τρόπο οι κύριοι Θωμόπουλος και Κύρκος σηματοδοτούν με τις ενέργειές τους τον αναγκαίο κατά την άποψή μου επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας.
Αδυνατώ δε να κατανοήσω πώς «παλαιάς κοπής» νοοτροπίες θα βοηθήσουν στη γενικότερη ανάταξη του συστήματος συνολικά. Το ΤΧΣ είναι στην ουσία μία προέκταση - με άλλον θεσμικό ρόλο βέβαια - της Τραπέζης της Ελλάδος. Ενός θεσμού που κατά την άποψή μου έχει πληγεί ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια. Αντί λοιπόν η βάση της πολιτικής κριτικής σήμερα να γίνεται με όρους λαϊκισμού, ας εστιαστεί αυτή στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό αξιακών λειτουργιών φορέων - πυλώνων για την οικονομική βιωσιμότητα της χώρας με προτάσεις ουσίας αλλά και προβληματισμού.
ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ
Πηγή:kerdos.gr
Πώς θα γίνει η ανάταξη του τραπεζικού συστήματος
Η κατάρρευση της ισπανικής τράπεζας Bankia σηματοδότησε κατά τον πλέον εμφατικό τρόπο το γεγονός ότι όχι μόνον το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα νοσεί, αλλά ακόμη περισσότερο ότι στην ουσία ευθύνεται για την κρίση της ευρωζώνης. Αποδεικνύεται τελικά ότι δεν ήταν μόνον οι ελληνικές κυβερνήσεις που προέβαιναν σε ασκήσεις «δημιουργικής λογιστικής» για το χρέος τους και την εικόνα των τραπεζών τους. Το φαινόμενο αφορά την ευρωζώνη στο σύνολό της πλέον, με αποτέλεσμα αν δεν αντιμετωπισθεί στην ολότητά του, νομοτελειακά να οδηγήσει στην οριστική της διάλυση.
 
Το μέλλον του μνημονίου, το δίλημμα των εκλογών
PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 17 Ιούνιος 2012 06:40

 

Το μέλλον του μνημονίου, το δίλημμα των εκλογών
Το εκλογικό σώμα είναι έτοιμο να προσέλθει στις κάλπες χωρίς να έχει πλήρη ενημέρωση για τα θετικά και αρνητικά στοιχεία της κάθε μιας από τις προτεινόμενες δύο λύσεις: Τήρηση του μνημονίου και παραμονή στην ευρωζώνη ή ακύρωση του μνημονίου και επιστροφή στη δραχμή;
Τα επιχειρήματα αυτών που καταγγέλλουν το μνημόνιο είναι, εκ πρώτης όψεως, ισχυρά:
1. Έχοντας ως δεδομένο τις επιδεινούμενες προοπτικές στην αγορά εργασίας, οι άνεργοι θα εξακολουθούν να παραμένουν άνεργοι τόσο με το ευρώ [EUR=X] όσο και με τη δραχμή.
2. Οι χαμηλοσυνταξιούχοι και οι χαμηλόμισθοι θα συνεχίσουν να έχουν εξασθενημένη αγοραστική δύναμη ανεξάρτητα από το νόμισμα που θα επιλεγεί.
3. Το μνημόνιο και τα μέτρα λιτότητας που το συνοδεύουν απέτυχαν να αποκαταστήσουν τις δημοσιονομικές και μακροοικονομικές ισορροπίες, διότι είναι αδύνατη η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς, μέσω της εξωτερικής υποτίμησης ενός εγχώριου νομίσματος.
4. Η απουσία αναπτυξιακών μέτρων οδηγεί σε μία αδιέξοδη πορεία ανακυκλούμενων καταστάσεων ύφεσης: Η αυστηρή λιτότητα εξασθενεί συνεχώς τη ζήτηση, την παραγωγή και την απασχόληση και διογκώνει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Για την κάλυψη των αυξανόμενων ελλειμμάτων επιβάλλονται νέα, αυστηρότερα μέτρα λιτότητας, τα οποία εξασθενούν περαιτέρω την ζήτηση κ.ο.κ.
5. Οι συνεχείς περικοπές μισθών και συντάξεων και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας "βαθαίνουν" την ύφεση αντί να οδηγούν σε αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγής.
7. Τα όρια αντοχής του ελληνικού λαού δεν είναι απεριόριστα. Στην τριετία 2009-2012, έχει υποστεί μια πτώση του βιοτικού του επιπέδου της τάξης του 20%, η ανεργία βρίσκεται στο 22% και οι ελπίδες για έξοδο από την κρίση εξανεμίζονται.
Η απάντηση στα παραπάνω θέματα δεν μπορεί να είναι αποσπασματική, διότι θα χαθεί στη λεπτομέρεια. Πιο σωστό είναι να γίνει μια γενική ανάλυση, από την οποία προκύπτουν και οι επιμέρους απαντήσεις. Τρία είναι τα βασικά ερωτήματα:
1) Ποια είναι η πηγή δημιουργίας του πολυσύνθετου ελληνικού οικονομικού προβλήματος;
2) Ποια είναι η πιο αποτελεσματική διαδικασία για την επίλυση του προβλήματος;
3) Ποια είναι τα καταλληλότερα μέτρα για την επιτυχή ολοκλήρωση της υποδεικνυόμενης θεραπείας;
Αγνοια ή ασέβεια
Η πηγή δημιουργίας της σημερινής οξύτατης οικονομικής κρίσης είναι η άγνοια ή η ασέβεια προς τους οικονομικούς νόμους από μέρους της πολιτικής μας ηγεσίας και ενός ολόκληρου λαού που την ανέδειξε τα τελευταία τριάντα χρόνια. Δύο από τους βασικούς οικονομικούς κανόνες που περιφρονήσαμε είναι οι εξής:
Κανόνας πρώτος
Κανένα νοικοκυριό ή σύνολο νοικοκυριών δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, αν καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει. Όταν συμβεί αυτό, θα πρέπει να δανειστεί.
Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που δανείζεται για να κάνει επενδύσεις, οι οποίες θα του αποφέρουν εισόδημα επαρκές να καλύψει τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους του.
Στην Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, εμφανίστηκε το φαινόμενο της υπερβάλλουσας ζήτησης: Η συνολική ζήτηση υπερβαίνει το ΑΕΠ και η διαφορά αυτή αποτυπώνεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι εισαγωγές ήταν υψηλότερες των εξαγωγών κατά 48% το 1985, κατά 55% το 1995 και κατά 31% το 2011, παρά τα μέτρα λιτότητας της τελευταίας τριετίας.
Η διαφορά μεταξύ δαπάνης και εισοδήματος χρηματοδοτήθηκε με δανεισμό του δημόσιου (και ιδιωτικού) τομέα. Έτσι, το δημόσιο χρέος εκτοξεύτηκε από 30% του ΑΕΠ το 1980 στο 210% το 2012 (165% μετά το PSI), όταν το ανεκτό όριο δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60%.
Κανόνας δεύτερος
Ο μισθός του εργαζόμενου δεν καθορίζεται με βάση τις ανάγκες του ή με βάση οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό κριτήριο.
Η βιώσιμη διατήρηση του μισθού σε ικανοποιητικό επίπεδο προσδιορίζεται αποκλειστικά από την ανταγωνιστικότητα, δηλαδή από το εάν το προϊόν που παράγει μπορεί να διατεθεί σε τιμή και ποιότητα τέτοια που να προσελκύσει τον καταναλωτή. Αν δεν συμβαίνει αυτό, η αμοιβή εργαζομένου και εργοδότη θα είναι μηδενική, όσες ώρες κι αν εργασθούν.
Ελλειμμα ανταγωνιστικότητας
Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας οδήγησε βαθμιαία στην έκρηξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 14% του ΑΕΠ το 2009 (10% το 2011), όταν το ανεκτό όριο δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3%. Το χάσμα ανταγωνιστικότητας που μας χώριζε από το μέσο όρο της Ε.Ε. ήταν της τάξης του 25% στη δεκαετία του 2000 και ελπίζουμε να μειωθεί στο μισό το 2013.
Αυτές είναι οι δύο χαίνουσες πληγές (έλλειμμα στον προϋπολογισμό, έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο) που οδήγησαν τη χώρα στην χρεοκοπία. Για κάθε εχέφρονα άνθρωπο είναι σαφές ότι, αν δεν κλείσουν, η χώρα δεν πρόκειται ποτέ να ορθοποδήσει. Η συνταγή για τη θεραπεία είναι μονοδιάστατη και περιέχεται στα μνημόνια που συντάχθηκαν καθ' υπαγόρευση της τρόικας:
- Δημοσιονομική εξυγίανση μέσω της μείωσης των δημόσιων δαπανών και της αύξησης των φορολογικών εσόδων.
- Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα και στις αγορές εργασίας και προϊόντος, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.
- Αποκρατικοποιήσεις, ώστε να περιοριστεί το μέγεθος του δημόσιου τομέα και να προσελκυσθούν ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και τεχνογνωσία, κυρίως από το εξωτερικό.
Η συνταγή αυτή προδιαγράφει και το περιεχόμενο της μοναδικής, από οικονομική άποψη, θεραπείας που μπορεί να οδηγήσει στην έξοδο της Ελλάδας από την κρίση μακροχρόνια. Το πρόβλημα εδώ συνίσταται στο κατά πόσο είναι ικανοί αυτοί, που ανέλαβαν να εφαρμόσουν τη συνταγή.
Αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα στάθηκε ανίκανο να διαχειριστεί την κρίση, επιλέγοντας λανθασμένα μέτρα ή αποφεύγοντας την τήρηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε, δεν φταίει σε τίποτε η αγωγή και αυτοί που τη συνέστησαν.
Τρία είναι τα βασικά σφάλματα της μέχρι σήμερα πολιτικής διαχείρισης της κρίσης:
1. Αντί να επιδιωχθεί ο εκσυγχρονισμός και ο δραστικός περιορισμός του μεγέθους του δημόσιου τομέα, μέσω της απόλυσης 300.000 υπαλλήλων, προτιμήθηκε η αποδόμηση του ιδιωτικού παραγωγικού ιστού με τη δημιουργία μιας στρατιάς 800.000 πρόσθετων ανέργων. Έτσι, διατηρείται αλώβητος ο απαξιωμένος, αντιπαραγωγικός, και γραφειοκρατικός κρατικός μηχανισμός, ενώ, παράλληλα, περιθωριοποιήθηκε το 50% του παραγωγικού δυναμικού.
2. Αντί μιας δικαιότερης διάρθρωσης του φορολογικού συστήματος, μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, ώστε να συλληφθεί η φοροδιαφυγή, προτιμήθηκε η εξοντωτική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών φορολογουμένων. Να σημειωθεί ότι ο εξορθολογισμός του δημόσιου τομέα και του φορολογικού συστήματος είναι σε θέση να καλύψουν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού και να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
3. Αντί να προωθηθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, περιλαμβανομένων των ιδιωτικοποιήσεων, προτιμήθηκε η μη εφαρμογή των συμπεφωνημένων με την τρόικα και ψηφισμένων από τη Βουλή νομοθετημάτων.
Το πρόβλημα από τις αποτυχίες του πολιτικού συστήματος είναι πολύ βαθύτερο από την απώλεια χρόνου, που συνεπάγεται η μη επίτευξη των στόχων. Το μείζον πρόβλημα είναι η διαφαινόμενη στροφή της πλειοψηφίας ενός απογοητευμένου εκλογικού σώματος από το σωστό δρόμο της οικονομικής εξυγίανσης, ο οποίος δεν ακολουθήθηκε, στον αντίθετο καταστροφικό δρόμο της ακύρωσης του μνημονίου.
Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν υπάρχει καμιά προσέγγιση-παρέμβαση (ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική κ.λπ.), που να μπορεί να δικαιωθεί μακροχρόνια, παραβιάζοντας τους δύο παραπάνω οικονομικούς κανόνες. Με μνημόνιο ή χωρίς μνημόνιο, με ευρώ ή με δραχμή, με το Α ή το Β κόμμα στην εξουσία, η πολυετής λιτότητα και η θυσία μιας τουλάχιστον γενιάς αποτελούν αναπόδραστη ιστορική αναγκαιότητα, προκειμένου να αποκατασταθούν οι μακροοικονομικές ισορροπίες.
Μετά από μια 30ετή καταναλωτική ευωχία, που κατέλειπε ένα δυσθεώρητο χρέος και έναν εξαρθρωμένο παραγωγικό μηχανισμό, οι μισθοί και οι συντάξεις θα συνεχίσουν να μειώνονται και η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρις ότου η συνολική ζήτηση του πληθυσμού (όχι μόνο των άνεργων ή μόνο των χαμηλόμισθων) συμβαδίσει με τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.
Ο μόνος ενάρετος κύκλος
Μετά την προσγείωση των καταναλωτικών προτύπων, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που δεν έχουν ακόμη προχωρήσει, θα τονώσουν την παραγωγική δραστηριότητα και θα δημιουργήσουν εισοδήματα, τα οποία θα καταναλωθούν για να ενισχύσουν εκ νέου την προσφορά κ.ο.κ. Αυτός είναι ο μόνος ενάρετος κύκλος εξόδου από την κρίση.
Ο αντίθετος δρόμος, δηλαδή η εφαρμογή αναπτυξιακών μέτρων (με τι κεφάλαια;), που θα τονώσουν τη ζήτηση για να κινηθεί η παραγωγή, οδηγεί στην επιδείνωση των πληγών (υπερβάλλουσα ζήτηση, εσωτερικό-εξωτερικό έλλειμμα) της ελληνικής οικονομίας.
Το ουσιώδες ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Αφού οι αυστηροί οικονομικοί νόμοι επιβάλλουν ένα πολύχρονο και επώδυνο πρόγραμμα λιτότητας, είτε με μνημόνιο είτε χωρίς μνημόνιο, γιατί να μη δοκιμάσουμε το παλιό εθνικό μας νόμισμα; Απλούστατα διότι, εντός Ευρωζώνης, θα ακολουθήσουμε μια συντεταγμένη πορεία σε σταθερό νομισματικό - συναλλαγματικό περιβάλλον, εντός της διεθνούς κοινότητας και με τη βοήθεια και την συμπαράσταση των οικονομικών μας εταίρων, πράγμα που θα ελαφρύνει τις ωδίνες και θα συντομεύσει το χρόνο επούλωσης των οικονομικών μας πληγών.
Μια χρεοκοπημένη χώρα, σε πλήρη διεθνή απομόνωση, με καλπάζοντα πληθωρισμό, με δυσεύρετα καταναλωτικά και κεφαλαιουχικά αγαθά και με εξαθλιωμένες κοινωνικές μάζες, θα χρειαστεί πολλές δεκαετίες επώδυνης αυτοθεραπείας.
Αυτό, άλλωστε, είναι και το διακύβευμα των εκλογών του Ιουνίου. Αν εδραιωθεί το αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία για αυτό που θα επακολουθήσει. Διότι, "το δις εξαμαρτείν ου... λαού σοφού".
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΑΛΑΜΑΓΚΑΣ - Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. , καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πηγή:naftemporiki.gr
Το μέλλον του μνημονίου, το δίλημμα των εκλογών
Το εκλογικό σώμα είναι έτοιμο να προσέλθει στις κάλπες χωρίς να έχει πλήρη ενημέρωση για τα θετικά και αρνητικά στοιχεία της κάθε μιας από τις προτεινόμενες δύο λύσεις: Τήρηση του μνημονίου και παραμονή στην ευρωζώνη ή ακύρωση του μνημονίου και επιστροφή στη δραχμή;
 Τα επιχειρήματα αυτών που καταγγέλλουν το μνημόνιο είναι, εκ πρώτης όψεως, ισχυρά: 
 
Σελίδα 706 από 916